ΟΙ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ :

Σκοπός του Συλλόγου

Η φωτογραφία μου
Παράδοση είναι ...τo μελωδικό νανούρισμα της μάνας, οι θρύλοι του παππού ,τα κάλαντα, τα χελιδονίσματα, οι μαντινάδες,τα έθιμα ,οι χοροί και οι σκοποί που μας συντρόφευαν σε κάθε χαρά ,οι ενδυμασίες ,τα κεντήματα ,τα δίστιχα, τα παιχνίδια και όσα άλλα είναι μέρος της ζωής του τόπου μας. Κρατήστε περήφανα στις καρδιές σας ,αλώβητο αυτό το θησαυρό και παραδώστε τον στις επόμενες γενιές! Έτσι θα ακούμε τους παλμούς του τόπου μας ολοζώντανα και δεν θα σβήσει τίποτε στη χοάνη της παγκοσμιοποίησης! Η επίσημη ίδρυση του συλλόγου μας ως ανεξάρτητο σωματείο έγινε το 1998 με κύριο σκοπό και στόχο τη διατήρηση και τη διάδοση των χορών, των τραγουδιών και των παραδόσεων της Κέρκυρας και της υπόλοιπης Ελλάδας, καθώς επίσης και την προσέγγιση της νεολαίας απομακρύνοντάς την από τους κινδύνους της εποχής μας.

13η Σεπτεμβρίου 1943. Η Κέρκυρα καίγεται.


Οι Γερμανοί του Χίτλερ με βόμβες εμπρηστικές, καταστρέφουν το κάθε τι στην πανέμορφη Κέρκυρα.

Μιά επετειακή ανάρτηση



Φίλες και φίλοι.
O λοχαγός Wilhelin Spindler
Ο Ιταλός στρατιωτικός Διοικητής  Luigi Lucignani.

Όμως όταν φτάσαμε στην Πιάτσα διαπιστώσαμε ότι όλοι οι δρόμοι ήσαν κλεισμένοι από τις φωτιές.
To κτίριο της Αναγνωστικής Εταιρείας.

Το καμπαναριό της Δοντσιάδας που διασώζεται μέχρι σήμερα.

Το Δημοτικό Θέατρο Σαν Τζιάκομο. 
Η Ιόνιος Ακαδημία. 
Ιταλοί αιχμάλωτοι. 

Με την συμπλήρωση εξήντα εννέα χρόνων από την καταστροφή της Κέρκυρας, εκείνο το τραγικό βράδυ, ας μου επιτραπεί να καταγράψω και να σας παρουσιάσω εδώ μια μεγάλη τραγική εμπειρία των παιδικών μου χρόνων. Μια εμπειρία που δεν κατάφερε να γιατρέψει και ούτε να σβύσει ο χρόνος. Μια εμπειρία που την κουβαλώ στις πλάτες μου και που με ματώνει κάθε φορά που την θυμάμαι. Όμως και πως να την ξεχάσω;
Ήταν η 8η Σεπτεμβρίου του 1943 όταν μαθεύτηκε στο νησί η συνθηκολόγηση της Ιταλίας. Ο λαός της Κέρκυρας  ξεχύθηκε στους δρόμους πανηγυρίζοντας ξέφρενα πιστεύοντας ότι τέλειωσε ο πόλεμος. Γέμισαν τα καντούνια της πόλης από τους ανθρώπους, που με ελληνικές σημαίες στα χέρια– αλήθεια, που βρεθήκανε τόσες σημαίες τότε; -  φώναζαν και τραγουδούσαν. Κανείς δεν θα μπορούσε κείνες τις στιγμές να πιστέψει τι μας περίμενε. Μιά μεγάλη γιορτή που κράτησε μόνο κάποιες μέρες.
Και η ιστορία ήταν πανέτοιμη και σε κάποια γωνιά περίμενε.
Οι Γερμανοί στην Κέρκυρα κείνες τις μέρες ήσαν περίπου 450 σε κάποια στρατηγικά σημεία καταυλισμένοι και που γνώριζαν την αριθμητική υπεροχή των Ιταλών. Έτσι κρατούσαν μια φαινομενικά ειρηνική στάση.

Το πρωί της 10ης Σεπτεμβρίου ο Γερμανός λοχαγός Wilhelin Spindler με εντολή της Ανωτάτης Διοίκησης της Ομάδας Στρατιών F φτάνει στην Κέρκυρα και ζητάει από τον Ιταλό στρατιωτικό διοικητή του νησιού Luigi Lucignani να του παραδώσει την εξουσία. Αυτός όμως αρνείται. Την επομένη οι Γερμανοί αποφασίζουν την κατάληψη της Κέρκυρας. Εν τω μεταξύ αρχίζουν να καταφτάνουν στο νησί από τους Αγίους Σαράντα τα πρώτα άτακτα τμήματα των Ιταλών που, μετά την συνθηκολόγηση,  βρίσκονται σε φυγή προς την Ιταλία ενώ μεταφέρεται και το 517 τάγμα, οι στρατιώτες του οποίου  προτιμούν να πολεμήσουν παρά να παραδοθούν στους Γερμανούς.

Το πρωί της 13ηςΣεπτεμβρίου οι Γερμανοί, ερχόμενοι από την Ηγουμενίτσα με δώδεκα βενζινόπλοια, επιχειρούν απόβαση στις Μπενίτσες. Η απόβαση αποκρούεται επιτυχώς από τους Ιταλούς και τους Έλληνες αντιστασιακούς και η θάλασσα γεμίζει με τα πτώματα των Γερμανών. Από την αποτυχία αυτής της επιχείρησης ο Γερμανός στρατάρχης Lanz καταλαβαίνει ότι η κατάληψη της Κέρκυρας χρειάζεται ένα πολύ καλά προγραμματισμένο και οργανωμένο σχέδιο.

Οι αναμνήσεις μου.
Μόλις είχε αρχίσει να σουρουπώνει κείνο το απόγευμα της 13ης του Σεπτέμβρη του 1943. Είχαμε αρχίσει να μαζεύομαστε στο σπίτι μας όταν πάνω στον ουρανό της πόλης ακούστηκαν οι μηχανές των αεροπλάνων. Κι΄αμέσως μετά ακούστηκε ο οξύς, ανατριχιαστικός θόρυβος των βομβών, το σφύριγμά τους, καθώς γλυστρούσαν στον αέρα. Πράμμα παράξενο όμως για μας ότι δεν ακούσαμε τον κρότο των εκρήξεων. Τρία χρόνια τώρα είχαμε δεχτεί τόσες βόμβες που μας είχε γίνει συνήθεια μετά το χαρακτηριστικό σφύριγμα της βόμβας που πέφτει να ακούμε και τον κρότο της έκρηξης. Κείνο το σούρουπο τέτοιο πράμμα δεν ζήσαμε. Είχαμε μείνει άφωνοι να κοιταζόμαστε. Και το κακό συνεχιζόταν με τον ίδιο ρυθμό. Ξαφνικά ακούστηκαν οι πρώτες φωνές.
-Φωτιάαααα!!! Φωτιάαααα!!! Καιγόμαστε!!!!!!!
Τρομαγμένοι πεταχτήκαμε έξω με όλο τον κίνδυνο που διατρέχαμε αφού τα γερμανικά αεροπλάνα συνέχιζαν από πάνω μας να σκορπούν τον όλεθρο. Λίγο πιό πέρα από το σπίτι μας δυό – τρία σπίτια καιγόντουσαν. Ξαφνικά ακούστηκαν οι καμπάνες από κάποιες εκκλησιές να χτυπάνε γρήγορα και δυνατά. Κάποιος πέρασε τρέχοντας έξω από το σπίτι μας και μας είπε το τραγικό.
-Φύγετε, φύγετε. Οι Γερμανοί ρίχνουνε  βόμβες με φωτιά.
Πάνω στην ώρα έφτασε κι΄ο πατέρας μου σε μαύρα χάλια. Τα ρούχα του γεμάτα στάχτες. Το βλέμμα του τρομαγμένο.
-Ελάτε όσο πιό γρήγορα μπορούμε, μας φώναξε. Πάρτε από μιά κουβέρτα και γρήγορα να φύγουμε πριν καούμε σαν τα ποντίκια.
Στα γρήγορα πήραμε κάποιες κουβέρτες και λίγα ψιλοπράματα και κλείνοντας το σπίτι φύγαμε. Προορισμός μας να πάμε στο Παλιό Φρούριο. 

-Πάμε για το νέο Φρούριο, φώναξε ο πατέρας μου. Και κατηφορίσαμε προς τα κάτω ανάμεσα σε ομάδες ανθρώπων, που και αυτοί ζητούσαν ένα τρόπο διαφυγής από το θάνατο.
Σαν φτάσαμε στη Σπηλιά διαπιστώσαμε ότι και εκεί μας ήτανε αδύνατο να φτάσουμε στην είσοδο του Φρουρίου αφού όλοι οι δρόμοι ήσαν κλειστοί από τις φωτιές. Τοτέ, εκεί ήτανε που σταμάτησα για λίγο. Ο πατέρας μου, που όλο αυτό το διάστημα με κρατούσε σφιχτά από το χέρι, με τράβηξε αλλά εγώ δεν κουνήθηκα. Είχα μείνει καρφωμένος εκεί με τα μάτια μου στο έδαφος. Εκεί, μπροστά στα πόδια μου, ένα άνθρωπος καμμένος κειτόταν. Καπνοί έβγαινας από το σώμα του. Ο πατέρας μου σαν το είδε αυτό το θέαμα σχεδόν σηκωτό με πήρε και φύγαμε. Πήραμε το δρόμο για το Μαντούκι, από εκεί ανηφορίσαμε στο Σαν Ρόκκο και καταφέραμε να φτάσουμε στο Φρούριο. Στριμοχτήκαμε σε μια μίνα (σπηλιά του φρουρίου) μαζί με πολλούς άλλους. Απλώσαμε τις κουβέρτες μας και ξαπλώσαμε. Όμως ο ύπνος ήταν αδύνατο να μας πάρει. Οι φωνές, οι καμπάνες που χτυπούσαν ασταμάτητα, οι κρότοι που έκαναν τα σπίτια που καιγόντουσαν αλλά και οι καπνοί που έπνιγαν όλη την πόλη δεν μας άφησαν να ησυχάσουμε. Σαν πήρε να χαράζει κι΄ενώ τα αεροπλάνα έμοιαζαν να έχουν κι΄αυτά κάποιο διάλειμα, βγήκαμε στο μικρό πλάτωμα μπροστά από τη μίνα. Το θέαμα που αντίκρυσα από το ύψος του κάστρου δεν έχει σβύσει και ούτε θα σβύσει από το μυαλό μου. Όλη η πόλη της Κέρκυρας ήταν μια φωτιά. Ο ουρανός είχε κοκινίσει ενώ οι καπνοί είχαν σκεπάσει τα πάντα.
Και η ιστορία συνεχίζει.

Τη νύχτα της 13ης προς την 14η Σεπτεμβρίου – ημέρα της γιορτής του Σταυρού – οι μεγαλύτερες καταστροφές έγιναν στην Εβραϊκή συνοικία, στο Καμπιέλο, η οποία κάηκε ολοσχερώς, στους Αγίους Πατέρες, στον Άγιο Αθανάσιο, στην καθολική εκκλησία της Αννουντσιάτα, την οποία οι Κερκυραίοι αποκαλούν Λοντσιάδα,  (Ευαγγελισμός) ένα αριστούργημα της ενετικής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής, που χτίστηκε τον 14οαιώνα. 
Από το ιστορικό αυτό μνημείο κάηκε μόνο η σκεπή του και ο εσωτερικός χώρος, ενώ παρέμεινε όλος ο σκελετός του. Όμως το 1953 το Δημοτικό Συμβούλιο της Κέρκυρας, εντελώς ανεύθυνα αποφάσισε την κατεδάφισή του και απέμεινε μόνο το καμπαναριό το οποίο διασώζεται ακόμη.  Επίση κατεστράφησαν ολοσχερώς το Δικαστικό μέγαρο, η Ιόνιος Βουλή, η Ιόνιος Ακαδημία, στη οποία στεγαζόταν η πολύτιμη βιβλιοθήκη της Κέρκυρας με 80.000 τόμους βιβλία και ανυπολόγιστης αξίας χειρόγραφα, τα Σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης, το ξενοδοχείο Bella Venezzia, το ωραιότερο των Βαλκανίων τότε, το Τελωνείο, 
το Δημοτικό θέατρο Σαν Τζιάκομο και πολλά παλιά αρχοντικά. Γενικά όλη η πόλη κάηκε εκείνο το βράδυ.
Έντεκα μέρες κράτησε αυτή η τραγωδία. Μιά τραγωδία που παρακολουθούσα από τις επάλξεις του κάστρου που είχαμε φωλιάσει. Στις 25 του Σεπτέμβρη οι Γερμανοί κατέλαβαν την Κέρκυρα. Πολλοί ήσαν οι νεκροί Ιταλοί ενώ 2.000 μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεων.

Η γερμανική κατοχή κράτησε ένα χρόνο.  Στον χρόνο αυτόν οι Γερμανοί ολοκλήρωσαν το καταστροφικό τους έργο.
Εξόντωσαν όλη την εβραϊκή κοινότητα η οποία τότε αριθμούσε πάνω από 2.000 μέλη. Λεηλάτησαν όλους τους πολιτιστικούς θησαυρούς. Κατάκλεψαν τα πάντα. Εκτέλεσαν πολλούς Αντιστασιακούς. Και κάποιος από αυτούς τους Γερμανούς εμένα, με φιλοδόρησε με ένα άγριο γερμανικό χαστούκι γιατί τόλμησα να του ζητήσω λίγο από το ψωμί που μου έκλεβε.
Δεν νομίζω, να μπορέσει ποτέ να λησμονήσει αυτές τις εμπειρίες, το μικρό παιδάκι του τότε,
Φίλες και φίλοι. Σας ευχαριστώ για την κατανόησή σας.


ΠΗΓΕΣ
w.corfuhistory.eu
w.el-wikipedia.org
w.nooz.gr
w.Mykerkyra.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

τα σχόλιά σας